Meaning of άσηπτος | Babel Free
Ορισμοί
- που δεν σήπεται, που δεν σαπίζει, που δεν υπόκειται σε σήψη ή δεν κινδυνεύει από αυτήν
- ο επαρκώς προφυλαγμένος από την επαφή με βακτήρια ή άλλους παθογόνους μικροοργανισμούς, ο αποστειρωμένος
Ισοδύναμα
English
Aseptic
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: άσηπος”
“※ Άσηπτοι οι νεκροί του κορονοϊού στη Λάρισα (https://web.archive.org/web/20240301184259/https://e-thessalia.gr/asiptoi-oi-nekroi-toy-koronoioy-sti-larisa-provlimatismos-meta-tis-protes-ektafes-sto-koimitirio/ e-thessalia.gr, 01.03.2024]”
“άλλες μορφές: ασηπτικός”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.