Σημασία του άρρηκτος | Babel Free
Ισοδύναμα
Ελληνικά
αδιάλυτος
αδιάρρηκτος
αδιάσπαστος
άθραυστος
αθρυμμάτιστος
ακατάλυτος
αράγιστος
αρραγής
άσπαστος
άτρωτος
Nederlands
onlosmakelijk
Svenska
okrossbar
Παραδείγματα
“άρρηκτοι δεσμοί φιλίας”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free