άραγμα
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αράζω
- η αγκυροβόληση πλοίου
- αραξοβόλι
-
καθισιό, ανάπαυση figuratively, vulgar
Ισοδύναμα
17 more languages
Bosanskiсидриште
Gàidhligacarsaid
Hrvatskiсидриште
日本語係留
Македонскисидриште
Nederlandsankerplaats
Portuguêsancoradouro
Српскисидриште
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free