HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of άπτερος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B1
/ˈa.pte.ɾos/

Ορισμοί

  1. που δεν έχει φτερά
  2. προσωνυμία της θεάς Νίκης, όπως αναπαραστάθηκε χωρίς τα φτερά της, δηλώνοντας ότι δε θα φύγει ποτέ

Παραδείγματα

“Η αράχνη είναι άπτερο ζωΰφιο.”
“Ο ναός της Απτέρου Νίκης βρίσκεται στην Ακρόπολη.”
“Το άγαλμα της Νίκης της Σαμοθράκης που βρίσκεται στο Λούβρο, δεν παριστάνει τη Νίκη άπτερη, αλλά με τα φτερά της.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See άπτερος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course