Meaning of άπαιχτος | Babel Free
/ˈa.pe.xtos/Ορισμοί
- που δεν έχει παιχτεί ή δεν μπορεί να παιχτεί
-
που δεν παραστάθηκε στο κοινό familiar
- που δεν έχει χρησιμοποιηθεί στο παιχνίδι
-
που δεν παίζεται, που είναι εκτός συναγωνισμού slang, vulgar
Παραδείγματα
“άπαιχτη παρτίδα, άπαιχτο χαρτί, άπαιχτος άσος”
“Το νέο θεατρικό έργο παραμένει άπαιχτο.”
“Δεν το συζητώ. Ο τύπος είναι άπαιχτος.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.