Meaning of άνοδος | Babel Free
Ορισμοί
- ανέβασμα, ανύψωση, πορεία προς τα πάνω
-
μετάβαση σε ανώτερη βαθμίδα ιεραρχίας figuratively
- η αύξηση σε κλίμακα
-
η αύξηση της δύναμης, της επιρροής, της ακτινοβολίας ενός κράτους, ενός πολιτισμού, μιας ιδεολογίας κλπ figuratively
- θετικός πόλος του ηλεκτρικού ρεύματος
Παραδείγματα
“Αν έρχεστε από την άνοδο της εθνικής οδού, βγαίνετε δεξιά στην έξοδο Αθήνα-Λεωφ. Συγγρού.”
If you're traveling northbound on the national highway, take the exit for Athens-Syngrou Avenue.
“Το ένα ρεύμα κυκλοφορίας ενός δρόμου διπλής κατεύθυνσης”
“η θερμοκρασία θα παρουσίασει άνοδο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.