άνεργη
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άνεργος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Έμεινε άνεργη μετά το κλείσιμο του εργοστασίου.”
She became unemployed after the factory closed.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free