Meaning of άλυσος | Babel Free
/ˈa.li.sos/Ορισμοί
- κόσμημα στο λαιμό
-
η αλυσίδα Demotic
- για τις αλυσίδες, δεσμά της φυλακής
- γραμμικά διατεταγμένο σύνολο
- αλυσίδα λιμανιού
Ισοδύναμα
English
chain
Παραδείγματα
“※ Τράβα, καλέ μ’, τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα, τι όλον κόσμο ανάγειρα και τίποτας δεν βρήκα. (Από το δημοτικό τραγούδι "Του γιοφυριού της Άρτας")”
“άλλες μορφές: αρσενικό: ※ εἰς δὲ τὸ στῆθος του εἶχεν ὁλόχρυσον ἅλυσον (Διγενής, [χφ Άνδρου-Θεσσαλονίκης].38935”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.