HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of άκληρος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B1

Ορισμοί

  1. που δεν έχει περιουσία
  2. που δεν έχει παιδιά

Παραδείγματα

“※ Και το' χε, Θεέ μου , ένας τσιφούτης ... ο Θεός να σε φυλάει. Σχεδόν εβδομηντάρης, σπαγκοραμμένος, κι άκληρος παντελώς το φαντάζεσαι; Να' χε παιδιά, αγγόνια ... να πω, τέλος πάντων ... (Γωγώ Ατζολετάκη, Η φίλη σου Ροζαλία, εκδ. Ιωλκός, 2015, σελ. 457)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See άκληρος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course