Meaning of άκαυλος | Babel Free
Ορισμοί
- χωρίς μίσχο / στέλεχος
-
κυριολεκτικά ο άνθρωπος που δεν έχει σεξουαλική επιθυμία και κατ'επέκταση / μεταφορικά: ο ανίκανος, ο ανούσιος offensive
Παραδείγματα
“Καρλινία η άκαυλος (θάμνος)”
“※ Όχι άλλη μια χρονιά με μετριότητες, ντεμί πράγματα, περιττά παρακάλια και άκαυλες συνουσίες έτσι απλά για να μην πλήττετε (24 tips για να γίνει το 2024 η πιο σέξι χρονιά της ζωής σας 29.12.2023, andro.gr https://www.andro.gr/zoi/empeiria/sex-editor-24-tropoi-gia-na-einai-sexy-to-2024/)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.