άθλιες
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άθλια
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Ζούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες στους καταυλισμούς.”
They lived under wretched conditions in the camps.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free