άγονη
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγονος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η περιοχή ήταν άγονη και δεν καλλιεργούσαν τίποτα.”
The area was barren and they grew nothing there.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free