Meaning of άγια | Babel Free
/ˈa.ʝi.a/Ορισμοί
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγιος (και αγία)
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγιος accusative, feminine, nominative, singular, vocative
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άγιος
Παραδείγματα
“η Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη”
Hagia Sophia at Constantinople
“for names of Saints, see the feminine adjective αγία of άγιος (ágios)”
“η Αγία Γραφή”
the Holy Scripture
“η αγία Αικατερίνη, να σε προστατεύει, παιδί μου”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.