Meaning of αγιαστικός | Babel Free
/a.ʝi.a.stiˈkos/Ορισμοί
που έχει σχέση με το αγιασμό / αγίαση / αγιοσύνη ή αναφέρεται σʼ αυτά, που αγιάζει ή καθαγιάζει
Παραδείγματα
“αγιαστικός λόγος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.