Conjugation of αδελφώνω
κάνω δυο ανθρώπους (ή δυο λαούς) να νιώθουν μεταξύ τους σαν να είναι αδέρφια Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αδελφώνω |
| εσύ | αδελφώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδελφώνει |
| εμείς | αδελφώνουμε |
| εσείς | αδελφώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδελφώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | αδέλφωνα |
| εσύ | αδέλφωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδέλφωνε |
| εμείς | αδελφώναμε |
| εσείς | αδελφώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδέλφωναν |
Αόριστος
| εγώ | αδέλφωσα |
| εσύ | αδέλφωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδέλφωσε |
| εμείς | αδελφώσαμε |
| εσείς | αδελφώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδέλφωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αδελφώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αδελφώσω |
| εσύ | αδελφώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδελφώσει |
| εμείς | αδελφώσουμε |
| εσείς | αδελφώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδελφώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αδέλφωνε |
| εσείς | αδελφώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αδέλφωσε |
| εσείς | αδελφώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αδελφώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αδελφώνομαι |
| εσύ | αδελφώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδελφώνεται |
| εμείς | αδελφωνόμαστε |
| εσείς | αδελφώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδελφώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | αδελφωνόμουν |
| εσύ | αδελφωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδελφωνόταν |
| εμείς | αδελφωνόμασταν |
| εσείς | αδελφωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδελφώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | αδελφώθηκα |
| εσύ | αδελφώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδελφώθηκε |
| εμείς | αδελφωθήκαμε |
| εσείς | αδελφωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδελφώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αδελφωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αδελφωθώ |
| εσύ | αδελφωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αδελφωθεί |
| εμείς | αδελφωθούμε |
| εσείς | αδελφωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αδελφωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αδελφώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αδελφώσου |
| εσείς | αδελφωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αδελφωθεί |