Meaning of αδελφώνω | Babel Free
Ορισμοί
- κάνω δυο ανθρώπους (ή δυο λαούς) να νιώθουν μεταξύ τους σαν να είναι αδέρφια
- συμφιλιώνω
- συμφιλιώνομαι εκ νέου, μονοιάζω με κάποιον
- συνάπτω στενούς δεσμούς με κάποιον
Ισοδύναμα
English
Tiller
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.