HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αδερφώνω — definition

Conjugation of αδερφώνω

Regular CEFR B2

αδελφώνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αδερφώνω
εσύ αδερφώνεις
αυτός / αυτή / αυτό αδερφώνει
εμείς αδερφώνουμε
εσείς αδερφώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά αδερφώνουν
Παρατατικός
εγώ αδέρφωνα
εσύ αδέρφωνες
αυτός / αυτή / αυτό αδέρφωνε
εμείς αδερφώναμε
εσείς αδερφώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά αδέρφωναν
Αόριστος
εγώ αδέρφωσα
εσύ αδέρφωσες
αυτός / αυτή / αυτό αδέρφωσε
εμείς αδερφώσαμε
εσείς αδερφώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αδέρφωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αδερφώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αδερφώσω
εσύ αδερφώσεις
αυτός / αυτή / αυτό αδερφώσει
εμείς αδερφώσουμε
εσείς αδερφώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αδερφώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αδέρφωνε
εσείς αδερφώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αδέρφωσε
εσείς αδερφώστε
Απαρέμφατο αορίστου
αδερφώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αδερφώνομαι
εσύ αδερφώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αδερφώνεται
εμείς αδερφωνόμαστε
εσείς αδερφώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αδερφώνονται
Παρατατικός
εγώ αδερφωνόμουν
εσύ αδερφωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αδερφωνόταν
εμείς αδερφωνόμασταν
εσείς αδερφωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αδερφώνονταν
Αόριστος
εγώ αδερφώθηκα
εσύ αδερφώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αδερφώθηκε
εμείς αδερφωθήκαμε
εσείς αδερφωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αδερφώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αδερφωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αδερφωθώ
εσύ αδερφωθείς
αυτός / αυτή / αυτό αδερφωθεί
εμείς αδερφωθούμε
εσείς αδερφωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αδερφωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αδερφώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αδερφώσου
εσείς αδερφωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αδερφωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary