HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αδημονώ — definition

Conjugation of αδημονώ

Regular CEFR B1
a.ði.moˈno

ανυπομονώ, περιμένω με αγωνία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αδημονώ
εσύ αδημονείς
αυτός / αυτή / αυτό αδημονεί
εμείς αδημονούμε
εσείς αδημονείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αδημονούν
Παρατατικός
εγώ αδημονούσα
εσύ αδημονούσες
αυτός / αυτή / αυτό αδημονούσε
εμείς αδημονούσαμε
εσείς αδημονούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αδημονούσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αδημονώ
εσύ θα αδημονείς
αυτός / αυτή / αυτό θα αδημονεί
εμείς θα αδημονούμε
εσείς θα αδημονείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θα αδημονούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αδημονείτε

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary