HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of -όπουλο | Babel Free

Phrase CEFR B1
/ˈo.pu.lo/

Ορισμοί

  1. υποκοριστικό επίθημα για το σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών από ουσιαστικά. Δηλώνει
  2. πατρογονικό υποκοριστικό αρσενικών ουσιαστικών
  3. για μικρής ηλικίας γιο αυτού που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη
  4. για μικρής ηλικίας κορίτσι
  5. δηλώνει γένος αρσενικό ή θηλυκό για παιδιά αυτού που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη
    plural
  6. το μικρό ζώου
  7. με τα χαρακτηριστικά ή την επαγγελματική ιδιότητα της πρωτότυπης λέξης
  8. πατριδωνυμικό υποκοριστικό

Παραδείγματα

“άρχοντας > αρχοντόπουλο ή αρχοντόπουλο, βασιλιάς > βασιλόπουλο, δάσκαλος > δασκαλόπουλο”
“κορίτσι > κοριτσόπουλο”
“αρχοντόπουλα (γιοι και κόρες)”
“αετός > αετόπουλο, κότα > κοτόπουλο”
“βοσκός > βοσκόπουλο, επαρχιώτης > επαρχιωτόπουλο”
“Έλληνας > ελληνόπουλο, Κρητικός > κρητικόπουλο”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See -όπουλο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course