Meaning of -όπουλο | Babel Free
/ˈo.pu.lo/Ορισμοί
- υποκοριστικό επίθημα για το σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών από ουσιαστικά. Δηλώνει
- πατρογονικό υποκοριστικό αρσενικών ουσιαστικών
- για μικρής ηλικίας γιο αυτού που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη
- για μικρής ηλικίας κορίτσι
-
δηλώνει γένος αρσενικό ή θηλυκό για παιδιά αυτού που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη plural
- το μικρό ζώου
- με τα χαρακτηριστικά ή την επαγγελματική ιδιότητα της πρωτότυπης λέξης
- πατριδωνυμικό υποκοριστικό
Παραδείγματα
“άρχοντας > αρχοντόπουλο ή αρχοντόπουλο, βασιλιάς > βασιλόπουλο, δάσκαλος > δασκαλόπουλο”
“κορίτσι > κοριτσόπουλο”
“αρχοντόπουλα (γιοι και κόρες)”
“αετός > αετόπουλο, κότα > κοτόπουλο”
“βοσκός > βοσκόπουλο, επαρχιώτης > επαρχιωτόπουλο”
“Έλληνας > ελληνόπουλο, Κρητικός > κρητικόπουλο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.