Meaning of -τεχνίτης | Babel Free
/teˈxni.tis/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε
- ειδικό τεχνίτη ο οποίος ειδικεύεται σε κάποια εργασία
- σε πρόσωπο το οποίο ασκεί κάποια τέχνη με ειδικό τρόπο
Παραδείγματα
“μηχανοτεχνίτης, οδοντοτεχνίτης, ραδιοτεχνίτης”
“πολυτεχνίτης, ψευτοτεχνίτης”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.