Meaning of -πόλεμος | Babel Free
/ˈpo.le.mos/Ορισμοί
- β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε
- ένοπλη σύρραξη
- β′ συνθετικό επιθέτων τα οποία δηλώνουν σχέση με τον πόλεμο
- παιχνίδι ή συμπλοκή στην οποία ρίπτονται αντικείμενα
Παραδείγματα
“ανταρτοπόλεμος, κλεφτοπόλεμος, μεσοπόλεμος”
“γιαουρτοπόλεμος, πετροπόλεμος, χιονοπόλεμος”
“εμπόλεμος, εμπειροπόλεμος, φιλοπόλεμος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.