Meaning of -ποιία | Babel Free
/piˈi.a/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών, που δηλώνει
- το χώρο (εργαστήριο, εργοστάσιο κ.ά.) παραγωγής του πρώτου συνθετικού
- τη γνώση ή την τεχνική για τη δημιουργία του πρώτου συνθετικού
Παραδείγματα
“αρτοποιία, χαρτοποιία”
“γεφυροποιία, μελοποιία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.