Meaning of -ο- | Babel Free
/o/Ορισμοί
- συνδετικό ή συνθετικό φωνήεν που δε φέρει σημασία και παρεμβάλλεται μεταξύ των συστατικών στοιχείων σύνθετης ή παράγωγης λέξης (όπως τα θέματα των συνθετικών, η κατάληξη) ώστε να συνδεθούν (καθώς στα ελληνικά, δε συνδέονται οι λέξεις, αλλά τα θέματά τους)· αν όμως ήδη υπήρχε -ο στο τέλος του θέματος, τότε δε χρειάζεται ένθημα
- σε παρατακτικά σύνθετα
- σε προσδιοριστικά σύνθετα
- σε κτητικά σύνθετα
- σε αντικειμενικά σύνθετα
Παραδείγματα
“μαχαιροπίρουνο < μαχαίρ(ι) μαχαιρ- + -ο- + πιρούν(ι) + -ο”
“θαλασσοταραχή < θάλασσ(α) θαλασσ- + -ο- + ταραχή”
“γαλανομάτης < γαλαν(ός) γαλαν- + -ο- + -μάτης < μάτι”
“αλλά καλόκαρδος > καλό(ς), καλο- + καρδ(ιά) + -ος”
“ζαχαροπλάστης < ζάχαρ(η) ζαχαρ- + -ο- + πλάστης”
“αλλά αγγειοπλάστης < ἀγγεῖο(ν) αγγειο- + πλάστης”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.