Meaning of -ούλα | Babel Free
/ˈula/Ορισμοί
- υποκοριστικό επίθημα θηλυκών ουσιαστικών
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του -ούλης
Παραδείγματα
“αδελφή (adelfí, “sister”) + -ούλα (-oúla) → αδελφούλα (adelfoúla)”
“λέξη (léxi, “word”) + -ούλα (-oúla) → λεξούλα (lexoúla)”
“μύγα (mýga, “fly”) + -ούλα (-oúla) → μυγούλα (mygoúla)”
“σάκος (sákos, “sack, bag”) + -ούλα (-oúla) → σακούλα (sakoúla)”
“μικρή (mikrí, “small”) + -ούλα (-oúla) → μικρούλα (mikroúla)”
“σάκος > σακούλα, ταβέρνα > ταβερνούλα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.