Meaning of -οπούλα | Babel Free
/oˈpu.la/Ορισμοί
- υποκοριστικό επίθημα θηλυκών ουσιαστικών παράγωγων από ουσιαστικά που δηλώνει
- την κόρη εκείνου που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη
- μικρής ηλικίας κορίτσι ή θηλυκό με τα χαρακτηριστικά της πρωτότυπης λέξης
- αρχοντοπούλα
- αφεντοπούλα
- βαριοπούλα
- βασιλοπούλα
- βεζιροπούλα
- βλαχοπούλα
- βοσκοπούλα
- γαλοπούλα
- γειτονοπούλα
- γυφτοπούλα
- εβραιοπούλα
- εγγλεζοπούλα
- ελληνοπούλα
- επαρχιωτοπούλα
- νησιωτοπούλα
- νοικοκυροπούλα
- πριγκιποπούλα
- προσφυγοπούλα
- ρηγοπούλα
- σκλαβοπούλα
- τουρκοπούλα
- τσελιγκοπούλα
- τσιγγανοπούλα
- τσοπανοπούλα
- χωριατοπούλα
- ψαροπούλα
Παραδείγματα
“αρχοντοπούλα”
“βοσκοπούλα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.