Meaning of -μηχανή | Babel Free
/mi.xaˈni/Ορισμοί
- β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε μηχανή η οποία
- κινείται με συγκεκριμένο καύσιμο ή τρόπο
- χρησιμοποιείται για ειδικό σκοπό
Παραδείγματα
“ατμομηχανή, βενζινομηχανή, ντιζελομηχανή”
“γραφομηχανή, κρεατομηχανή, ραπτομηχανή”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.