Meaning of -μορφία | Babel Free
/moɾˈfi.a/Ορισμοί
- β′ συνθετικό επιθέτων τα οποία αναφέρονται
- σε ομοιότητα με το εκφραζόμενο
- κατάσταση ή χαρακτηριστικό
Παραδείγματα
“ανθρωπομορφία, θηριομορφία, τερατομορφία”
“ανομοιομορφία, δυσμορφία, ποικιλομορφία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.