Meaning of -μετρος | Babel Free
/me.tɾos/Ορισμοί
- β′ συνθετικό επιθέτων τα οποία δηλώνουν
- μήκος, πλάτος ή ύψος σε μέτρα
- ποσότητα μετρικών ποδών ή μουσικών μέτρων
Παραδείγματα
“δίμετρος, δεκάμετρος”
“εξάμετρος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.