Σημασία του -κολλα | Babel Free
ˈko.laΟρισμοί
β′ συνθετικό το οποίο προσδιορίζει το είδος κόλλας ανάλογα με το είδος ή την επιφάνεια που χρησιμοποιείται
Παραδείγματα
“αλευρόκολλα, δερματόκολλα, ξυλόκολλα”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free