Meaning of -καρδος | Babel Free
/kaɾ.ðos/Ορισμοί
δεύτερο συνθετικό επιθέτων που δηλώνει ότι η καρδιά, η ψυχική διάθεση, έχει γνωρίσματα όπως ορίζει το πρώτο συνθετικό
Παραδείγματα
“λεοντόκαρδος, μεγαλόκαρδος, πικρόκαρδος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.