Meaning of -κήλη | Babel Free
/ˈci.li/Ορισμοί
β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται στον σχηματισμό κήλης σε κάποιο σημείο
Παραδείγματα
“βουβωνοκήλη, κυστεοκήλη, ομφαλοκήλη”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.