Meaning of -ιώτης | Babel Free
/ˈi̯o.tis/Ορισμοί
- πατριδωνυμικών ουσιαστικών που παράγονται από ονόματα πόλεων ή περιοχών (θηλυκό -ιώτισσα) ≈ συνώνυμα:
- επίθημα ως κατάληξη αρσενικών επωνύμων
- ουσιαστικών που δηλώνουν προέλευση, ιδιότητα, χαρακτηριστικό γνώρισμα
Παραδείγματα
“Αίγυπτος > Αιγυπτιώτης (Αιγυπτιώτισσα)”
“Καλαμπάκα > Καλαμπακιώτης (Καλαμπακιώτισσα)”
“Ήπειρος > Ηπειρώτης (Ηπειρώτισσα)”
“νησί > νησιώτης (νησιώτισσα)”
“πανηγύρ(ι) > πανηγυριώτης (πανηγυριώτισσα)”
“επαρχία > επαρχιώτης (επαρχιώτισσα)”
“θίασος > θιασώτης”
“Βαρβιτσιώτης”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.