HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of -ιώτης | Babel Free

Phrase CEFR B1
/ˈi̯o.tis/

Ορισμοί

  1. πατριδωνυμικών ουσιαστικών που παράγονται από ονόματα πόλεων ή περιοχών (θηλυκό -ιώτισσα) ≈ συνώνυμα:
  2. επίθημα ως κατάληξη αρσενικών επωνύμων
  3. ουσιαστικών που δηλώνουν προέλευση, ιδιότητα, χαρακτηριστικό γνώρισμα

Παραδείγματα

“Αίγυπτος > Αιγυπτιώτης (Αιγυπτιώτισσα)”
“Καλαμπάκα > Καλαμπακιώτης (Καλαμπακιώτισσα)”
“Ήπειρος > Ηπειρώτης (Ηπειρώτισσα)”
“νησί > νησιώτης (νησιώτισσα)”
“πανηγύρ(ι) > πανηγυριώτης (πανηγυριώτισσα)”
“επαρχία > επαρχιώτης (επαρχιώτισσα)”
“θίασος > θιασώτης”
“Βαρβιτσιώτης”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See -ιώτης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course