Meaning of -ιάρης | Babel Free
Ορισμοί
- στην κατάληξη ουσιαστικών για την παραγωγή επιθέτων (-ιάρης, -ιάρα, -ιάρικο) που δείχνουν ότι η ιδιότητα του ουσιαστικού είναι ιδιαίτερα συνήθης ή μόνιμη στο άτομο
- στην κατάληξη ουσιαστικών για την παραγωγή ουσιαστικών που συχνά δηλώνουν επάγγελμα
- στην κατάληξη λέξεων κυρίως μειωτικών, υβριστικών ή πάντως ως επί το πλείστον αργκό, ώστε να μεγεθύνει και να επιτείνει ακόμα περισσότερο την αρνητική έννοιά τους
- στην κατάληξη ουσιαστικών για την παραγωγή επιθέτων που δείχνουν ότι κάποιος έχει την ιδιότητα του ουσιαστικού σε μόνιμο και υπερβολικό βαθμό, όχι πάντα υβριστικά ή μειωτικά
- σε -άρης, για σχηματισμό ουσιαστικών επαγγελματικών
- σε -άρης για σχηματισμό επιθέτων ηλικιακών, αλλά όχι μόνον
- σε -άρης (και -αράς) για σχηματισμό επιθέτων που δείχνουν ότι κάποιος έχει έντονη την ιδιότητα του ουσιαστικού ή που θέλει να δείξει την ειδική ιδιότητα που ενδιαφέρει αυτήν τη στιγμή
Παραδείγματα
“ζηλιάρης (ζήλια)”
“μεροκαματιάρης (μεροκάματο)”
“σκουπιδιάρης (σκουπίδια)”
“ταβερνιάρης (ταβέρνα) σε αυτήν την περίπτωση κατά τα εις -άρης και -αρης (αγελαδάρης, φούρναρης)”
“κιτρινιάρης (κίτρινος)”
“κασιδιάρης (κασίδα)”
“χλεμπονιάρης (χλεμπόνα)”
“χτικιάρης (χτικιό, υβριστικό αλλά και ο φυματικός παλιότερα)”
“λυπησιάρης (λύπη - δε λυπάται τους άλλους ευκαιριακά και τους λυπάται πολύ)”
“ταξιδιάρης (ταξίδι - ταξιδεύει συχνά, του αρέσουν τα ταξίδια)”
“αρρωστιάρης (αρρώστια -αρρωσταίνει συχνά)”
“βρωμιάρης (βρώμα - το βρώμικος μπορεί να συνιστά προσωρινή ιδιότητα)”
“γελαδάρης, γελαδάρισσα, περιβολάρης, περιβολάρισσα”
“δεκαεξάρης, δεκαεξάρα, δεκαοξάρικο”
“σαραντάρης, σαραντάρα”
“διακοσάρα λάμπα, κατοστάρης δρομέας (των 100 μ.)”
“πεισματάρης, πεισματάρα, δουλευταράς, δουλευταρού”
“νοικάρης, νοικάρα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.