Meaning of -θραύστης | Babel Free
Ορισμοί
βʹ συνθετικό που δηλώνει το όργανο ή το πρόσωπο που θραύει ό,τι φανερώνει το αʹ συνθετικό
Παραδείγματα
“κεφαλοθραύστης, λιθοθραύστης”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.