Meaning of -εία | Babel Free
/ˈi.a/Ορισμοί
- κατάληξη προπαροξύτονων θηλυκών ουσιαστικών, πολλά από τα οποία παράγονται
- από ρήματα, δηλώνοντας ενέργεια ή αποτέλεσμα
- κατάληξη θηλυκών ουσιαστικών που παράγονται από ρήματα σε -εύω/-εύομαι
- θηλυκό επιθέτων σε -ύς, -εία, -ύ
- κατάληξη θηλυκών οξύτονων ουσιαστικών που παράγονται από ρήματα σε -εύω/-εύομαι
- κατάληξη οξύτονων θηλυκών ουσιαστικών - συχνά εναλλάσσεται με το -εία
- από δικατάληκτα επίθετα σε -ής, -ής -ές
- κατάληξη ουσιαστικοποιημένων θηλυκών επιθέτων σε -ύς, -εία, -ύ
- πληθυντικός ουδέτερων ουσιαστικών σε -είο
Παραδείγματα
“κολακεύω (kolakévo, “flatter”) + -εία (-eía) → κολακεία (kolakeía, “flattery”)”
“πρεσβεύω (presvévo, “ancient sense: be an ambassador”) + -εία (-eía) → πρεσβεία (presveía, “embassy”)”
“καλλιέργεια (< καλλιεργώ)”
“προσπάθεια (< προσπαθώ)”
“αλήθεια (< αληθής)”
“συνέχεια (< συνεχής)”
“ακρίβεια (< ακριβής ή ακριβός)”
“αγγαρεία, αλητεία, αλιεία, δουλεία, εκστρατεία, ερμηνεία, καπηλεία, παιδεία”
“η ευθεία (γραμμή), η οξεία, η βαρεία”
“σχολείο - σχολεία”
“δουλεύω > δουλειά, γιατρεύω > γιατρειά”
“ζήλεια & ζηλεία & ζηλειά”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.