Meaning of -δρόμιο | Babel Free
/ˈðɾo.mi.o/Ορισμοί
- β΄ συνθετικό λέξεων που δηλώνουν κάποιο είδος δρόμου που εξυπηρετεί την κίνηση αυτών που δηλώνει το α΄ συνθετικό
- β΄ συνθετικό λέξεων που δηλώνουν ένα σύνολο εγκαταστάσεων με διάδρομο προσγείωσης και απογείωσης
- β΄ συνθετικό λέξεων που δηλώνουν ένα σύνολο αθλητικών εγκαταστάσεων σχετικών με αυτό που δηλώνει το α΄ συνθετικό
Ισοδύναμα
English
-drome
Παραδείγματα
“πεζοδρόμιο”
“αεροδρόμιο, κοσμοδρόμιο”
“παγοδρόμιο, ποδηλατοδρόμιο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.