HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of -αρχος | Babel Free

Phrase CEFR B1
/aɾ.xos/

Ορισμοί

  1. δεύτερο συνθετικό
  2. αρσενικών (ή κοινού γένους) ουσιαστικών που δηλώνει πρόσωπο με εξουσία ή πρόσωπο που προΐσταται
  3. που απαντά σε επίθετα που δηλώνουν αρχή, εξουσία όπως ορίζει το πρώτο συνθετικό ή η πρωτότυπη λέξη ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Παραδείγματα

“μοίραρχος αρσενικό ή θηλυκό ναύαρχος, πλοίαρχος”
“φρούραρχος αρσενικό, φύλαρχος, χιλίαρχος”
“άναρχος, άναρχη, άναρχο”
“κυρίαρχος, κυρίαρχη, κυρίαρχο”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See -αρχος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course