Meaning of -αρχος | Babel Free
/aɾ.xos/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό
- αρσενικών (ή κοινού γένους) ουσιαστικών που δηλώνει πρόσωπο με εξουσία ή πρόσωπο που προΐσταται
- που απαντά σε επίθετα που δηλώνουν αρχή, εξουσία όπως ορίζει το πρώτο συνθετικό ή η πρωτότυπη λέξη ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Παραδείγματα
“μοίραρχος αρσενικό ή θηλυκό ναύαρχος, πλοίαρχος”
“φρούραρχος αρσενικό, φύλαρχος, χιλίαρχος”
“άναρχος, άναρχη, άναρχο”
“κυρίαρχος, κυρίαρχη, κυρίαρχο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.