Meaning of -άς | Babel Free
/ˈas/Ορισμοί
- επίθημα ανισοσύλλαβων μετουσιαστικών επιθέτων για έμψυχα που δηλώνει
- κάτι μεγαλύτερο ή περισσότερο απ' αυτό της πρωτότυπης λέξης
- κατάληξη ανισοσύλλαβων αρσενικών ουσιαστικών
- ή ότι του αρέσει αυτό που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη
- επίθημα μετουσιαστικών ουσιαστικών που δηλώνουν επάγγελμα ή έξη σχετική με αυτό που δηλώνει η ρίζα της λέξης
- μεγεθυντικό επίθημα μεγεθυντικών μετουσιαστικών ουσιαστικών που δηλώνει κάτι μεγαλύτερο ή περισσότερο απ' αυτό της πρωτότυπης λέξης
Ισοδύναμα
English
-er
Παραδείγματα
“μύλος (mýlos, “mill”) + -άς (-ás) → μυλωνάς (mylonás, “miller”)”
“γάλα (gála, “milk”) + -άς (-ás) → γαλατάς (galatás, “milkman, dairyman”)”
“γυναίκα (gynaíka, “woman”) + -άς (-ás) → γυναικάς (gynaikás, “womaniser”)”
“φαγητό (fagitó, “food”) + -άς (-ás) → φαγάς (fagás, “gourmand, greedy guts”)”
“γλώσσα > γλωσσάς”
“μακαρόνι > μακαρονάς”
“βοριάς, κιμάς, ψαράς”
“γάλα > γαλατάς, γυναίκα > γυναικάς”
“δόντι > δοντάς, λεφτά > λεφτάς”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.