Meaning of -αμάρα | Babel Free
Ορισμοί
- επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει ιδιότητα, συμπεριφορά, κατάσταση κ.λπ. σχετική με την πρωτότυπη λέξη (επίθετο ή ρήμα)
- από επίθετα
- από επίθετα, ρήματα (και ρηματικά παράγωγα)
- από ρήματα
Παραδείγματα
“κουτός > κουταμάρα”
“χαζός < χαζομάρα”
“κουφός, κουφαίνω > κουφαμάρα”
“φαγώνομαι > φαγωμάρα”
“λιγώνομαι > λιγωμάρα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.