Ορισμοί
-
λατρεία στην οποία οι πιστοί χορεύουν και τραγουδούν ξέφρενα
-
ομαδική σεξουαλική δραστηριότητα
-
μεγάλη ποσότητα, πληθωρική παρουσία ενός πράγματος
-
χαρακτηρισμός για άνθρωπο που θεωρείται ανίκανος, απαράδεκτος, ασυνάρτητος ή απρόβλεπτος
slang
Ισοδύναμα
28 more languages
Παραδείγματα
“διονυσιακά όργια”
“όργιο βλάστησης, όργιο χρωμάτων (και κακόσημα) όργιο παρανομιών”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο
Δείτε τη λέξη όργιο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.
Ξεκινήστε δωρεάν
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing.
Collaborate with Babel Free