HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of όβολο | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈo.vo.lo/

Ορισμοί

  1. αιτιατική ενικού του οβολός
    accusative, singular
  2. οβολός, τα λίγα χρήματα
    idiomatic, vulgar
  3. η πεντάρα της δραχμής, χάλκινο νόμισμα αξίας 5 λεπτών της δραχμής
    dated
  4. τα χρήματα

Παραδείγματα

“Ελεήστε με κάνα όβολο (παλιότερη έκφραση επαιτών στην Ελλάδα)”
“το όβολο της χήρας-δεν έχει ούτε όβολο”
“※ ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί, το μπαγιόκο· τα καπίκια, τα μπακίρια, το καύσιμο, το μπερντέ, τα γκαφρά, για να κάνουμε μια κάθε άλλο παρά εξαντλητική καταγραφή διάφορων ονομασιών (Νίκος Σαραντάκος, Οι λέξεις του χρήματος και των νομισμάτων Ιατρικά θέματα 68, 2015, σελ. 31-34 https://isth.gr/wp-content/uploads/2021/06/isth68.pdf)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See όβολο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course