Σημασία του ωτιαίος | Babel Free
Ορισμοί
ο σχετικός με τα ώτα, τα αφτιά
Ισοδύναμα
العربية
خنصر
Català
auricular
Deutsch
kleiner Finger
Ελληνικά
ωτικός
Suomi
pikkusormi
Italiano
auricolare
Nederlands
auriculair
Українська
слуховий
Παραδείγματα
“ωτιαίος μυς, ωτιαίο και ακουστικό νεύρο”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free