Meaning of ψύχωση | Babel Free
/ˈpsi.xo.si/Ορισμοί
- νοητική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από απώλεια επαφής με την πραγματικότητα και παράδοξη συμπεριφορά έως παραλήρημα, ως αποτέλεσμα νόσων (π.χ. σχιζοφρένειας, διπολικής διαταραχής) ή κατάχρησης ουσιών, ισχυρού σοκ κ.α. αιτίων
-
έντονη εμμονή με κάποιο αντικείμενο ή κάποια κατάσταση σε σημείο που μπορεί να είναι βλαβερή γι αυτόν που την έχει η για το περιβάλλον του colloquial
Ισοδύναμα
English
Psychosis
Παραδείγματα
“μαζική ψύχωση”
mass hysteria
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.