HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ψωμάκια | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/psoˈma.ca/

Ορισμοί

  1. πληθυντικός αριθμός του ψωμάκι, όπως τα μικρά ψωμιά, κυρίως για σάντουιτς
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωμάκι
    accusative, nominative, plural, vocative
  3. μέρος του σώματος όπου υπάρχει πολύ λίπος -αναφέρεται συνήθως στους γυναικείους γλουτούς, στην εξωτερική πλευρά, όπου σχηματίζεται και ένα χαρακτηριστικό εξόγκωμα λίπους
  4. παλιότερη ονομασία του παιχνιδιού πεταλίδες ή κουταλήθρες ή αναπεταρούδια ή παξιμαδάκια ή πίτες το οποίο στην αρχαία Ελλάδα ονομαζόταν εποστρακισμός -πετάμε κομμάτι κεραμιδιού ή λεπτό και επίπεδο βότσαλο στην ήρεμη θάλασσα και αυτό αναπηδά στην επιφάνεια πολλές φορές.

Παραδείγματα

“See at ψωμάκι: senses for plural”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ψωμάκια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course