ψιλολόι
Ορισμοί
-
ψιλοπράγματα, μικροπράγματα collective
- ψιλά (χρήματα σε μικρό νόμισμα)
Παραδείγματα
“※ Κατέβαινε δύο και τρεις φορές την εβδομάδα για να ξεκαθαρίσει πράγματα που έπρεπε να πεταχτούν ή να δοθούν, ρούχα της μητέρας μου, παλιά ρούχα δικά μου, χαρτιά της εφορίας, άχρηστα αποδεικτικά – όλο το ψιλολόι. (Θερμοκρασία δωματίου, Δήμητρα Κολλιάκου, εκδ. Πατάκης, 2016 https://books.google.gr/books?id=Jv0iDAAAQBAJ&lpg=PT82&dq=%CF%88%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B9&pg=PT82#v=onepage&q=%CF%88%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B9&f=false)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free