Meaning of ψηφίσας | Babel Free
Ορισμοί
μετοχή ενεργητικού αορίστου (ψήφισα) του ρήματος ψηφίζω: που ψήφισε
formal
Παραδείγματα
“Αποτελέσματα των εκλογών. Εγγεγραμμένοι: 2.000. Ψηφίσαντες: 1.900. Έγκυρα:...”
“άλλες μορφές: ψηφίσαντας με νεότερες καταλήξεις”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.