ψήφισες
Ορισμοί
β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηφίζω
Παραδείγματα
“Ψήφισες τελικά στις εκλογές της Κυριακής;”
Did you finally vote in Sunday's elections?
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free