ψημένο
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ψημένος
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Το ψημένο κρέας μύριζε υπέροχα στην αυλή.”
The roasted meat smelled wonderful in the yard.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free