Σημασία του ψαρώνω | Babel Free
Ορισμοί
-
τα χάνω, σαστίζω, νιώθω αμήχανος και φοβισμένος, ιδιαίτερα απέναντι σε κάποιον ανώτερο ιεραρχικά ή γενικά ισχυρότερο intransitive, slang
-
κάνω κάποιον να σαστίσει, να τα χάσει slang, transitive
-
την πατάω, πιάνομαι κορόιδο, ξεγελιέμαι intransitive, slang
-
πιάνω κάποιον κορόιδο, ξεγελώ slang, transitive
Παραδείγματα
“είδε το λοχία και ψάρωσε”
“έχει τον τρόπο να ψαρώνει τα νεούδια με ένα βλέμμα”
“μου έκανε πλάκα κι εγώ ψάρωσα”
“σε ψάρωσε έτσι εύκολα;”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free