Meaning of ψαρο- | Babel Free
/psa.ɾo/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνει ότι
- το β΄ συνθετικό σχετίζεται ή μοιάζει με το ψάρι
- πρώτο συνθετικό επιθέτων που δηλώνουν ότι το δεύτερο συνθετικό έχει γκριζωπό χρώμα
- κάποιος ή κάτι σχετίζεται με την αλιεία
Παραδείγματα
“ψαρο- (psaro-) + ντουφέκι (ntouféki, “rifle”) → ψαροντούφεκο (psarontoúfeko, “speargun”)”
“ψαρό- (psaró-) + βάρκα (várka, “small boat, barca”) → ψαρόβαρκα (psaróvarka, “small fishihng boat”)”
“ψαρο- (psaro-) + κόκαλο (kókalo, “bone”) → ψαροκόκαλο (psarokókalo, “fishbone”)”
“ψαρ- (psar-) + αγορά (agorá, “market”) → ψαραγορά (psaragorá, “fishmarket”)”
“ψαρομάχαιρο, ψαρόσουπα, ψαραετός”
“ψαροκάικο, ψαρόβαρκα, ψαραγορά”
“ψαρομάλλης, ψαρογένης”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.